Η θεμελιακή γείωση σύμφωνα με το ΦΕΚ 1222/05-09-2006 τεύχος Β΄ αριθ. Φ. Α΄ 50/12081/642 άρθρο 2, καθίσταται πλέον υποχρεωτική σε όλες τις νεοαναγειρόμενες εκ θεμελίων οικοδομές. Η θεμελιακή γείωση εφαρμόζεται ως βασική γείωση προστασίας και λειτουργίας.
Είστε εδώ: Σ.Η.Ε.Ν.Η Ηλεκτρισμός Μαγνητισμός - Ηλεκτρισμός
Μαγνητισμός - Ηλεκτρισμός

Κεραυνός Πρώτες αναφορές σε θέματα που σχετίζονται με τον ηλεκτρισμό ανάγονται στο έτος 1170 π.Χ., όταν με εντολή του Αιγύπτιου Φαραώ Ραμσή ΙΙΙ. τοποθετήθηκαν γύρω από

ναούς ξύλινες ράβδοι με χρυσές αιχμές στην κορυφή τους για να αποτραπεί η οργή των θεών που «βομβάρδιζαν» τους ναούς με κεραυνούς. Το 577 π.Χ. περιγράφει ο Θαλής ο Μιλήσιος (625-547) την ελκτική και απωστική ικανότητα του ήλεκτρου, αν τριφτεί αυτό σε κάποιο ύφασμα και τη θεωρεί ανεξήγητη, τεχνητά παραγόμενη ανωμαλία του υλικού που δεν έχει κάποια σημασία για την εξήγηση της φύσης.

Τον τρίτο αιώνα π.Χ. υπάρχει στην Αίγυπτο πρόοδος και οι αντικεραυνικές χρυσές αιχμές τοποθετούνται στην κορυφή χάλκινων ράβδων. Περίπου μισή χιλιετία αργότερα, το έτος 230 μ.Χ. περιγράφει ο Ρωμαίος Claudius Aelianus (170-239) το μούδιασμα που προκαλείται στο δέρμα (ηλεκτρικές εκκενώσεις) από σελάχια, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το ακριβές αίτιο. Φυσικά, κανείς δεν ήταν δυνατόν να σκεφτεί εκείνη την εποχή ότι όλα αυτά τα φαινόμενα είχαν σχέση μεταξύ τους και οφείλονταν σε δράσεις του ηλεκτρισμού.

Είναι άγνωστο από πότε γνώριζαν οι Κινέζοι τις μαγνητικές ιδιότητες κάποιων υλικών. πάντως περί το 1000 μ.Χ. έφτασε στην Ευρώπη από την Κίνα και διαδόθηκε η πυξίδα, η οποία άρχισε να χρησιμοποιείται στη ναυσιπλοΐα για προσανατολισμό. Το έτος 1269 γράφει ο Pierre de Maricourt (Petrus Peregrinus) την πρώτη ευρωπαϊκή πραγματεία για το μαγνητισμό και πραγματοποιεί πειράματα, κάτι πρωτοφανές για τις αντιλήψεις του Μεσαίωνα. Συγκεκριμένα, κατασκευάζει αυτός ο πρωτοποριακός Γάλλος φυσιοδίφης ένα σφαιρικό μαγνήτη και σχεδιάζει στην επιφάνειά του τις γραμμές που «προκαλούν οι μηχανικές δυνάμεις». Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν δύο πόλοι, επειδή η γραμμές ενώνονται σε δύο αντίθετα σημεία της σφαίρας. Το 1550 διαπιστώνει ο Gerolamo Cardano ότι η «μαγνητική δύναμη» διαπερνάει το ξύλο, αλλά για το ήλεκτρο διαπίστωσε ότι δεν ασκεί δυνάμεις μέσω του ξύλου.

Όλες οι προηγούμενες διερευνήσεις και κατασκευές, ίσως και μερικές ακόμα που δεν έχουν καταγραφεί στην ιστορία, ήταν αποτέλεσμα τυχαίων παρατηρήσεων, χωρίς συνέχεια, όπως συνέβαινε και γενικότερα στην επιστήμη εκείνους του αιώνες. Η σύγχρονη ιστορία του Μαγνητισμού και του Ηλεκτρισμού αρχίζει ακριβώς το έτος 1600 με το βιβλίο του William Gilbert (Τζίλμπερτ, 1544-1603) που κυκλοφόρησε με τίτλο «De Magnete» (Περί του μαγνήτη) και αφορούσε το μαγνητικό πεδίο της Γης. Ο ηλεκτρισμός αναφέρεται σ’ αυτό το βιβλίο μόνο για να διαφοροποιηθεί από το μαγνητισμό.

 

Τζίλμπερτ Ο Τζίλμπερτ ανακάλυψε κι άλλα υλικά, εκτός από το ήλεκτρο, που αποκτούσαν ελκτικές ή απωστικές ιδιότητες με την τριβή και τα ονόμασε ηλεκτρικά υλικά, τη δε δύναμη ονόμασε ηλεκτρική. Όσα υλικά δεν αποκτούσαν τέτοιες ιδιότητες, π.χ. τα μέταλλα, ονομάστηκαν αντιηλεκτρικά υλικά. Σήμερα ονομάζουμε τα υλικά αυτά που δεν ηλεκτρίζονται, αγωγούς και τα άλλα μονωτικά υλικά.

Στο «μαγνητικό» μέρος του βιβλίου του διερεύνησε ο Τζίλμπερτ με κριτικό πνεύμα και παλιές μελέτες και δοξασίες για το μαγνήτη και τις πυξίδες. Έτσι, έκανε μεταξύ άλλων πειράματα για να επιβεβαιώσει ή απορρίψει την άποψη ότι ο μαγνητισμός εξαφανίζεται, αν ο μαγνήτης τριφτεί με σκόρδο (!), μια θέση που πήγαινε πίσω στον Πλούταρχο και στον Κλαύδιο Πτολεμαίο. Ο Τζίλμπερτ σχολίασε τη θέση αυτή με τη διατύπωση ότι «από τη φιλοσοφία προκύπτουν συχνά πολλά άχρηστα συμπεράσματα και μυθεύματα». Επίσης πειραματίστηκε με διαμάντια, τα οποία, σύμφωνα με μια απόκρυφη γνώση αλχημιστών εκείνης της εποχής, ήταν οι δημιουργοί του μαγνητισμού. Τα πειράματα έδειξαν ότι ένα διαμάντι δεν είχε καμιά επιρροή σε κομμάτι σιδήρου που ήταν δίπλα ή πάνω του, ή ακόμα, τριβόταν με αυτό κτλ.

Το σημαντικότερο από τα πειράματα που εκτέλεσε ο Τζίλμπερτ ήταν η «μικρή Γη» (terrella), ένας σφαιρικός μαγνήτης ως μοντέλο της γήινης σφαίρας. Με την κίνηση μιας πυξίδας στην επιφάνεια αυτού του μαγνήτη αναπαρήγαγε ο ερευνητής τις «μαγνητικές κατευθύνσεις» της πυξίδας στην επιφάνεια της Γης. 'Αλλες παρατηρήσεις και περιγραφές του Τζίλμπερτ αφορούσαν τις ιδιότητες του «απλού σιδήρου», ο οποίος σε επαφή με μαγνήτη αποκτούσε επίσης μαγνητικές ιδιότητες, ενώ όταν απομακρυνόταν έπαυε να μαγνητίζει. Γι' αυτό εισήγαγε, ξεκινώντας από τις μηχανικές ιδιότητες του σιδήρου (μαλακός, σκληρός), τους όρους μαλακός και σκληρός μαγνήτης, ορολογία που έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα (μαλακά και σκληρά μαγνητικά υλικά).

Μέχρι την εποχή του Τζίλμπερτ είχαν συσσωρευτεί πολλές και διάφορες δεισιδαιμονίες και ιδεοληψίες για την προέλευση και τις επιδράσεις του μαγνητισμου. Σημαντικότερες από αυτές τις ιστορίες ήταν τα «μαγνητικά βουνά» στον πυθμένα της θάλασσας που αφαιρούσαν τα καρφιά από τα πλοία που τύχαινε να αρμενίζουν από πάνω τους. Μικροί μαγνήτες χρησιμοποιούνταν ως φυλακτά από τα κακά πνεύματα και τις μάγισσες και σε μερικές περιοχές κατάπιναν ρινίσματα μαγνητισμένου σιδηρου για να γιατρευτούν ανίατες ασθένειες. Αν και πολλές από αυτές τις δοξασίες καταρρίφτηκαν με τα πειράματα του Τζίλμπερτ, δεν επιτρέπεται να νομιστεί ότι ο ίδιος ήταν απαλλαγμένος από ανάλογες δεισιδαιμονίες και ιδεοληψίες. Έτσι, θεωρούσε ότι οι μαγνήτες είχαν «ψυχή» και μάλιστα ανώτερη από την ανθρώπινη, γιατί ένας μαγνήτης δεν «παρασύρεται από συναισθήματα, όπως ο άνθρωπος». Θεωρούσε επίσης ότι η Γη ήταν ένας έμβιος οργανισμός με δυνατότητα αυτοδύναμης κίνησης, όπως οι μαγνήτες. Βρισκόμαστε ακόμα στο πέρασμα από το 16ο στο 17ο αιώνα και οι υπερβατικές αντιλήψεις βοηθούν να συμπληρωθεί ό,τι δεν ήταν δυνατόν να εξηγήσει η γνώση.

'Αλλοι ερευνητές που ασχολούνταν με τα ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα ήταν μοναχοί Ιησουίτες, τα μέλη της Accademia del Cimento, ο Rene Descartes (Καρτέσιος, 1596 - 1650), ο Robert Boyle (Μπόυλ, 1627 - 1691) κ.ά. Ο Καρτέσιος είχε διατυπώσει μια γενικότερη θεωρία περί Αιθερικών Στροβίλων, στους οποίους προσπάθησε να συμπεριλάβει και την ηλεκτροστατική έλξη. Ο Μπόυλ ερεύνησε τα γνωστά στην εποχή του ηλεκτρικά φαινόμενα στο κενό, δεν ήταν όμως δυνατόν να γνωρίζει ότι τα αέρια άγουν σε χαμηλή πίεση κι έτσι τα συμπεράσματά του ήταν αντιφατικά.

Σημαντικότερο ηλεκτρικό φαινόμενο της εποχής ήταν η λάμψη μεταξύ φορτισμένων πόλων στο κενό, η οποία ονομαζόταν βαρομετρικό φως. Το όνομα αυτό προήλθε από το γεγονός ότι αυτή η λάμψη παρουσιαζόταν στο κενό του βαρομετρικού σωλήνα πάνω από τον υδράργυρο. Ο Francis Hauksbee (Χόκσμπι, 1666-1713) διαπίστωσε ότι αυτή η λάμψη δεν σχετίζεται με το βαρόμετρο αλλά με τριβές κάποιων υλικών. Τελικά κατέληξε ότι αρκεί να τρίψει κάποιος μια γυάλα με κενό για να παραχθούν αναλαμπές. Όμως, εξήγηση για το φαινόμενο της λάμψης δεν μπόρεσε να δώσει κανένας ερευνητής της εποχής. Μια εξήγηση του Χόκσμπι για ηλεκτρικές αναθυμιάσεις δεν ευδοκίμησε, γιατί κάποιες κλωστές που τοποθέτησε γύρω από τη σφαίρα, αντί να δείχνουν προς τα έξω, παρασυρόμενες από τις «αναθυμιάσεις», έδειχναν προς το κέντρο της σφαίρας. Ο Χόκσμπι δημιούργησε όμως με αυτές τις διατάξεις μια ηλεκτρική γεννήτρια τριβής, η οποία παρείχε μεν σημαντικές τάσεις, αλλά μικρής ισχύος.

 

Το 1729 ανακάλυψε ο Stephen Gray (Γκραίυ, 1666-1736) ότι ήταν δυνατόν να διαδοθεί ο ηλεκτρισμός σε μεγάλες αποστάσεις με την επαφή. Με τα πειράματά του «μετέφερε» ο Γκραίυ τη δράση του ηλεκτρισμού σε απόσταση 886 ποδιών, χρησιμοποιώντας μια ράβδο, μια χορδή κ.ά., προφανώς όλα μεταλλικά, αναρτημένα με μεταξωτά σκοινιά που κρέμονταν σε κοντάρια. Το άκρο της πειραματικής διάταξης ήταν σε θέση να έλκει μικρά αντικείμενα, όπως η αρχή της! Τότε δόθηκε η εξήγηση ότι η μεταφορά του ηλεκτρισμού είναι δυνατή επειδή υπάρχει ένα ηλεκτρικό ρευστό, χρησιμοποιώντας αναλογίες ρευστών σε σωλήνες. Το πιο εντυπωσιακό και αξιοθέατο πείραμα που πραγματοποίησε ο Γκραίυ ήταν η «μεταφορά» του ηλεκτρισμού στο σώμα ενός αγοριού που είχε κρεμαστεί με σκοινιά από το ταβάνι. Κάθε σημείο του σώματός του είχε την ικανότητα να έλκει μικροαντικείμενα, οπότε έπρεπε, σύμφωνα με τη θεωρία, το ηλεκτρικό ρευστό να έχει πλημμυρίσει το σώμα του …

Ο Γκραίυ έκανε πειράματα χωρίς σύστημα, πράγμα που ήρθε να διορθώσει ο Charles-Francois de Cisternai-Dufay (Σιστερναί-Ντυφαί, 1698-1739). Καταρχάς κατέγραψε ο Ντυφαί ποια υλικά ήταν δυνατόν να ηλεκτριστούν. τα μεταλλικά υλικά τα ηλέκτρισε με επαγωγή (διαχωρισμός φορτίων), πλησιάζοντας ένα άκρο τους σε ηλεκτρισμένο σώμα. Διαπίστωσε επίσης ότι ένα βρεγμένο σκοινί ήταν καλός αγωγός, ενώ το γυαλί και το μετάξι ήταν μονωτές. Επίσης διαπίστωσε ότι ο ηλεκτρισμός που παραγόταν με την τριβή μιας υαλώδους ουσίας ασκούσε έλξη σε ηλεκτρισμό από τριβή ρητινώδους ουσίας, ενώ απωθούσε τον ηλεκτρισμό άλλων υαλωδών ουσιών. Γι’ αυτό έδωσε σ’ αυτούς τους «διαφορετικούς ηλεκτρισμούς» τις ονομασίες υαλώδης και ρητινώδης.

Ο ίδιος ο Ντυφαί ποτέ δεν αναφέρθηκε σε «ηλεκτρικά ρευστά», διάφοροι ερευνητές ήταν όμως πλέον βέβαιοι ότι υπάρχουν δύο ηλεκτρικά ρευστά. Κάθε ρευστό απωθούσε το όμοιό του και τράβαγε το άλλο ρευστό.

 

 

Το κείμενο είναι από την Ιστορία της Τεχνολογίας του Στ. Φραγκόπουλου

Joomla Templates and Joomla Extensions by ZooTemplate.Com